Δημοσιεύθηκε την

Astor Piazzola

Ο Astor Piazzolla ήταν αργεντινός μουσικός, βιρτουόζος του μπαντονεόν, ένα είδος ακορντεόν, που εγκατέλειψε τις παραδοσιακές λατινοαμερικάνικες ορχήστρες του ταγκό το 1955 για να δημιουργήσει ένα νέο τάγκο (nuevo tango) που συνδυάζει στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους λατινοαμερικάνους συνθέτες του 20ού αιώνα.

Ο Astor Piazzolla γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1921 στο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής και σε ηλικία τεσσάρων ετών μετακόμισε με τους γονείς του στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε έως το 1936. Στα οκτώ του άρχισε να μαθαίνει μπαντονεόν και πιάνο και όταν η οικογένειά του επέστρεψε στο Μαρ Ντελ Πλάτα άρχισε να παίζει με διάφορες ορχήστρες ταγκό.

Στα 17 του μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες και το 1946 δημιούργησε τη δική του ορχήστρα, συνθέτοντας νέα έργα και πειραματιζόμενος με τον ήχο και τη δομή του ταγκό. Την ίδια εποχή άρχισε να συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο.

Το 1949 διέλυσε την ορχήστρα του, καθώς δεν ικανοποιούσε τις μουσικές του ανάγκες. Ο ίδιος ενδιαφερόταν περισσότερο για την κλασική μουσική κι έχοντας κερδίσει ένα διαγωνισμό σύνθεσης με το συμφωνικό κομμάτι «Μπουένος Άιρες» (1951), πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι κοντά στην επιδραστική μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ. Αυτή τον ώθησε να μείνει πιστός στο ταγκό και να συνεχίσει τους πειραματισμούς του. Από εκείνη την εποχή συνδύαζε στο έργο του τα δύο μουσικά του πάθη, το ταγκό και την κλασική μουσική, παρά την έντονη κριτική που δεχόταν από τους παραδοσιακούς μουσικούς του ταγκό.

Το 1955 επέστρεψε στην Αργεντινή, αλλά τρία αργότερα μετακόμισε για δεύτερη φορά στις ΗΠΑ και παρέμεινε εκεί έως το 1960. Όταν επέστρεψε στην Αργεντινή σχημάτισε το επιδραστικό σχήμα «Quinteto Nuevo Tango» (1960), με βιολί, ηλεκτρική κιθάρα, πιάνο, κοντραμπάσο και μπαντονεόν.

Αν και πολλές από τις 750 συνθέσεις του γράφτηκαν γι’ αυτό του κουιντέτο, συνέθεσε επίσης κομμάτια για ορχήστρα, μεγάλη μπάντα, μπαντονεόν και τσέλο. Οι καινοτομίες του, στην αντίστιξη, στο ρυθμό και την αρμονία, δεν έγιναν αρχικά δεκτές στην πατρίδα του, αλλά θαυμάζονταν πολύ στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Το 1967 συνέθεσε τη δημοφιλή οπερέτα του «Η Μαρία του Μπουένος Άιρες» («María de Buenos Aires»), σε λιμπρέτο του ποιητή Οράσιο Φερέρ και το 1974 το «Libertango», την πιο γνωστή του σύνθεση.

Το 1974 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και το 1985 επέστρεψε εκ νέου στην Αργεντινή. Το νέο ταγκό (nuevo tango) του Πιατσόλα απέκτησε βαθμιαία αποδοχή στην Αργεντινή και η μουσική του επηρέασε μια νέα γενιά συνθετών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και του ’80, σε ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα και διαφημίσεις.

Οι μεταγενέστερες συνθέσειςτου περιελάμβαναν ένα κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα (1979) και το «Five Tango Sensations» για μπαντονεόν και κουαρτέτο εγχόρδων (1989), παραγγελία του Κουαρτέτου Kronos.

Στις 3 Ιουλίου 1990 συνέπραξε στο Ηρώδειο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων που διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η συναυλία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε από τη Milan. Περιείχε τις συνθέσεις του «Tres tangos para bandoneon y orquesta» («Τρία Ταγκό για μπαντονεόν και ορχήστρα»), «Adios Nonino» και «Concierto para bandoneon y orquesta» («Κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα»).

Πέθανε στις 4 Ιουλίου 1992 στο Μπουένος Άιρες, σε ηλικία 71 ετών.

 

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2261

Δημοσιεύθηκε την

Νίκος Σκαλκώτας

Ο Νίκος Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 8 Μαρτίου 1904. Καταγόταν από την Τήνο και προερχόταν από οικογένεια μουσικών με το επίθετο Σκαλκώτος. Ο πατέρας του Αλέκος, φλαουτίστας στη Φιλαρμονική της Χαλκίδας, άλλαξε το επίθετο της οικογένειάς του σε Σκαλκώτας, χάριν ευφωνίας. Από την ηλικία των πέντε ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί με τον θείο του και το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα για να του προσφέρει την ευκαιρία πληρέστερης μουσικής μόρφωσης. Γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και το 1918 αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση («Χρυσό Μετάλλιο») για την ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπετόβεν. Τα επόμενα χρόνια έπαιζε βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νουμάς».

Το 1921 λαμβάνει υποτροφία από το Ίδρυμα Αβέρωφ για ανώτερες σπουδές βιολιού στο Βερολίνο. Γρήγορα, όμως, θα προσανατολιστεί στη σύνθεση, με δασκάλους τον Κουρτ Βάιλ, τον Φίλιπ Γιάρναχ και τον «πάπα της πρωτοπορίας» Άρνολντ Σένμπεργκ (Arnold Schönberg), ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Μαζί του έμεινε ως το 1931, χάρη σε νέα υποτροφία που του προσέφερε ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Παράλληλα, έπαιζε βιολί σε ελαφρές ορχήστρες για να συμπληρώνει το εισόδημά του.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο έγραψε πάνω από 70 έργα, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν. Παρά την εκτίμηση που έτρεφε στον Σένμπεργκ, δεν ακολούθησε τυφλά το δωδεκαφθογγικό σύστημα του δασκάλου του, αλλά ανέπτυξε μια δική του απόλυτα πρωτότυπη παραλλαγή. Το 1931, μια έντονη συναισθηματική κρίση προκάλεσε τη διακοπή της σχέσης του με την γερμανίδα σύντροφό του, τη βιολονίστρια Ματίλντε Τέμκο, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, την Άρτεμη και ένα βρέφος που χάθηκε στη γέννα. Ακολούθησε η δημιουργική κρίση, που κράτησε έως το 1935.

Τον Μάιο του 1933 επιστρέφει στην Ελλάδα, τον ίδιο ακριβώς μήνα που ο δάσκαλός του Άρνολντ Σένμπεργκ παίρνει τον δρόμο της εξορίας για τις ΗΠΑ, μη αντέχοντας την καταπίεση των Ναζί. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην πατρίδα αντιμετώπισε τον φθόνο και την καχυποψία του μουσικού κυκλώματος (Φιλοκτήτης Οικονομίδης, Μανώλης Καλομοίρης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Σπύρος Φαραντάτος), παρότι ήταν γνωστή η αξία του.

Στα μουσικά πράγματα της χώρας κυριαρχούσαν άνθρωποι συντηρητικών αντιλήψεων, που σχετίζονταν με τη λεγόμενη «Εθνική Σχολή» και δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κατανοήσουν τις νέες μουσικές προτάσεις του Σκαλκώτα. Ισχυριζόντουσαν ότι έγραφε ακαταλαβίστικη μουσική, που ήταν αντίθετη με τους κανόνες που διδάσκονταν στα ωδεία και διέδιδαν πως ήταν τρελός! Ο μουσικολόγος και βιογράφος του Σκαλκώτα Γ. Γ. Παπαϊωάννου αποκαλεί τη συμπεριφορά τους απέναντι στον Σκαλκώτα «μεγάλη συμπαιγνία» και πιστεύει ότι το πληθωρικό του ταλέντο θα τους επισκίαζε και θα τους εξοστράκιζε από τις «καρέκλες» τους.

Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για τον Σκαλκώτα. Για να ζήσει καταδέχεται να παίξει βιολί σε ένα από τα τελευταία αναλόγια της Κρατικής Ορχήστρας και αργότερα στις Ορχήστρες της Λυρικής και της Ραδιοφωνίας, παρά την αναμφισβήτητη αξία του ως βιολονίστα. Ως αντίδοτο, άρχισε να συνθέτει πυρετωδώς: Από το 1935 και ως το 1945 είχε γράψει πάνω 100 έργα. Κλεισμένος στον δικό του κόσμο και αποκομμένος εντελώς από τις ευρωπαϊκές τάσεις ανέπτυξε ένα δικό του, εντελώς προσωπικό ύφος.

Το 1946 παντρεύτηκε την πιανίστρια Μαρία Παγκαλή κι ένα χρόνο αργότερα ήρθε στη ζωή ο γιος τους Αλέκος, που διακρίθηκε ως ζωγράφος. Ακολούθησε μια νέα περίοδος δημιουργικής σιωπής, αλλά από το 1949 άρχισε να συνθέτει με τους παλιούς του ρυθμούς νέα έργα και να ενορχηστρώνει παλιότερα. Πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 από επιπλοκές που προκάλεσε η αμελημένη περισφιγμένη κήλη του. Δύο ημέρες αργότερα γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του, Νίκος, που τον γνωρίζουμε ως πρωταθλητή Ελλάδας στο σκάκι.

Ο Σκαλκώτας ανακαλύφθηκε ως συνθέτης μετά το θάνατό του, χάρη στην πρωτοβουλία φίλων και θαυμαστών του (Γ.Γ. Παπαϊωάννου, Γιώργος Χατζηνίκος κ.ά.), που ίδρυσαν την «Εταιρεία Φίλων Σκαλκώτα» για να διαφυλάξουν και να διαδώσουν το έργο του, που περιλαμβάνει πάνω από 170 έργα (κοντσέρτα, συμφωνικές σουίτες, μουσική δωματίου, χορούς και τραγούδια). Το 60% των προχωρημένων έργων του ακολουθεί ένα δικής του επινόησης δωδεκαφθογγικό σύστημα, ενώ το 40% ανήκει σε άλλα, «ελεύθερα» συστήματα σύνθεσης.

Εκτός από τα προχωρημένα (ατονικά) έργα του, που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 85% της παραγωγής του, περίπου ένα 12% αφορά σε απλούστερα, τονικά και τροπικά έργα, όπως οι περίφημοι «36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα» και το λαϊκό μπαλέτο «Η Θάλασσα», που ενσωματώνουν στοιχεία της ελληνικής δημοτικής μουσικής με ένα τρόπο τελείως προσωπικό και πρωτοποριακό. Ο Σκαλκώτας επεδίωκε να συλλάβει την ουσία της και δεν ήθελε μόνο να αξιοποιήσει την εθνική μας κληρονομιά, όπως η πρώτη γενιά των συνθετών της «Εθνικής Σχολής».

Σήμερα, ο Νίκος Σκαλκώτας θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Ο αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ πλειοδοτεί και σε ένα κείμενό του αναφέρει ως κορυφαίους συνθέτες του 20ου αιώνα τα τέσσερα «Σ»: Σένμπεργκ, Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς.

 

Πηγή: wikipedia

Δημοσιεύθηκε την

Ιωσήφ Παπαδάτος

Ο Ιωσήφ Παπαδάτος (γεν. 1960) είναι συνθέτης και καθηγητής σύνθεσης στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Τμήματος, Κοσμήτορας και Αντιπρύτανης του Ιδρύματος. Είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Μουσικής και Καλλιτεχνικής Δημιουργίας του Πανεπιστημιακού Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Σπούδασε στην Ελλάδα με τους Α. Καρμπόνε, Α. Καποδίστρια και Γ. Ιωαννίδη.

Συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Ντύσελντορφ της Γερμανίας με τον Γκ. Μπέκερ και παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα αλγοριθμικής σύνθεσης με τον Κλ. Μπάρλοου και βυζαντινής μουσικής με τον Δ. Τερζάκη.

Αργότερα ολοκλήρωσε τον δεύτερο κύκλο σπουδών του κοντά στον συνθέτη Χανς-Ούλριχ Χούμπερτ στην Κολωνία. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα, σεμινάρια και διαλέξεις πολλών σημαντικών συνθετών του 20. αιώνα (Ξενάκης, Λίγκετι, Νόνο, Στόκχαουζεν, Κάγκελ, Μπουλέζ, Μπέριο, Β. Ριμ, Σούλερ, Φέρνεϊχο, Φέλντμαν, Άντριεσεν, Χέλλερ, Φριτς, Β. Τσίμερμαν, Τρόγιαν, Ρήντλ κ.ά.)

Έχει γράψει περισσότερες από 120 συνθέσεις: τέσσερις συμφωνίες και άλλα έργα συμφωνικής μουσικής, μουσικής δωματίου, φωνητικά έργα, συνθέσεις για σόλο όργανα, ηλεκτρονικής μουσικής, μία μονόπρακτη όπερα, ένα πολύτεχνο έργο, καθώς και μουσική για το θέατρο και το Αρχαίο Δράμα. Τα έργα του έχουν εκτελεστεί και παρουσιαστεί ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά στην Eλλάδα και στο εξωτερικό και έχει δεχθεί πολυάριθμες παραγγελίες και αναθέσεις.

Έχει δώσει πολλές διαλέξεις και σεμινάρια με θέματα, που αφορούν την σύγχρονη μουσική δημιουργία, έχει συμμετάσχει σε σχετικές ημερίδες και συνέδρια και έχει διδάξει στην ωδειακή εκπαίδευση.

Tου έχουν απονεμηθεί πολλές υποτροφίες και έχει βραβευθεί κατ’ επανάληψη σε σημαντικούς διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης.  

Έχει συνεργαστεί με το Γ΄ Πρόγραμμα της Eλληνικής Pαδιοφωνίας ως παραγωγός μουσικών εκπομπών.

Έχει συμμετάσχει ως μέλος και ως πρόεδρος κριτικών επιτροπών σε σημαντικούς ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης.

Είναι μέλος της Ένωσης Eλλήνων Mουσουργών από το 1988. Από το 1995 έως το 2025 εκλέγεται ανελλιπώς στο Διοικητικό Συμβούλιο, και αναλαμβάνει διαδοχικά την θέση του Γενικού Γραμματέα και αργότερα του Α’ Αντιπροέδρου. Από το 2018 έως το 2025 διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Ε.Μ.

Δημοσιεύθηκε την

Franc Shestani

Ο Franc Shestani γεννήθηκε στη Σκόδρα (Shkoder) της Αλβανίας, και ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές σε ηλικία 6 ετών, παίρνοντας μαθήματα βιολιού στο μουσικό σχολείο Prenk Jakova. 

Συνέχισε τις σπουδές του στο Καλλιτεχνικό Λύκειο Jordan Misja και αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών των Τιράνων το 1989. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Λυρική σκηνή των Τιράνων (1991-1992), ανέδειξε το ταλέντο και την αφοσίωση του στην τέχνη.

Παράλληλα, το 1991, ως μέλος του “Tirana Quartett” παίρνει μέρος σε παγκόσμιο διαγωνισμό στο Εβιάν της Γαλλίας όπου πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο διεθνούς φήμης τσελίστας Mstislav Rostropovich. Την  ίδια χρονιά εμφανίζεται με το “Tirana Quartett” στο Orlando Festival, International Chambermusik Festival στην Ολλανδία όπου και παρακολούθησε μαθήματα με τους διεθνούς φήμης καλλιτέχνες Piero Farulli (Italiano Quartetto) & Earl Carlyss (Juilliard Quartett).

Το 1992 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου έγινε μέλος της Ορχήστρας εγχόρδων του Ωδείου Athenaeum. Από το 1993 έως το 2016 υπήρξε μόνιμο μέλος και Α’ κορυφαίος της Ορχήστρας των Χρωμάτων, ενώ συνεργάστηκε επίσης με σημαντικά σύνολα όπως το “Μουσικό Σύνολο Σκαλκώτα” (1998-2001) και το κουαρτέτο εγχόρδων +kinisis (2005-2015).

Το 2004 πήρε δίπλωμα στη Βιόλα στο Δημοτικό ωδείο Λαμίας.

Από το 2000 συνεργάζεται με την Καμεράτα Ορχήστρα των φίλων της μουσικής/Armonia Atenea και από το 2013 είναι μέλος της Academica Athens Orchestra. Από το 2023 αποτελεί μέλος της ορχήστρας δωματίου Collegium Musicum Αθηνών.

Τα τελευταία χρόνια, από το 2019 έως και σήμερα, είναι μέλος της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής.

Επιπλέον, είναι συνιδρυτής της Underground Youth Orchestra και καθοδηγητής των εγχόρδων, από τη δημιουργία της ορχήστρας μέχρι και σήμερα.

Εκτός από την ερμηνεία, διαθέτει επίσης εκτεταμένη εμπειρία ως εκπαιδευτής, διδάσκοντας σε πολλά ωδεία στην Αθήνα, όπως το Ωδείο Αθηνών και το Εν Οργάνοις.

Δημοσιεύθηκε την

Κωνσταντίνα Γύφτουλα – Πολύδωρα

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο στο Εθνικό Ωδείο και το Ωδείο Αθηνών κοντά στους Τέρψη Χαλιάσσα και Άρη Γαρουφαλλή. Το 1992 κέρδισε Α’ Βραβείο και Χρυσό Μετάλλιο στον 6ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πιάνου της Χορωδίας και Ορχήστρας Νέων. Αποφοίτησε το 1997 από το Εθνικό Ωδείο, με δίπλωμα σολίστ, με το βαθμό Άριστα Παμψηφεί και Α‘ Βραβείο.

Το 1998  συνέχισε τις σπουδές της στο Trinity College of Music του Λονδίνου με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση και του ομώνυμου Κολλεγίου, με καθηγητή τον Simon Young, αποφοιτώντας το 2001 με τον τίτλο Master in Performance Studies. Το 2002 φοιτά στο Royal College of Music κοντά στον Andrew Ball πραγματοποιώντας μεταπτυχιακό στην συνοδεία Lied και στη μουσική δωματίου, ως υπότροφος του Royal College of Music καθώς και του Ιδρύματος Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου. Αποφοιτά την ίδια χρονιά με διάκριση λαμβάνοντας τον τίτλο Postgraduate Diploma in Accompaniment. Τις πιανιστικές της σπουδές ολοκληρώνει κατά  τα επόμενα χρόνια κοντά στους Peter Frankl, Martino Τirimo και Valery Sagaidatchny.

Στη διάρκεια των σπουδών της διακρίθηκε στους διαγωνισμούς John Hallford  Prize 1999 για την ερμηνεία της σε έργα Bach και  Leonard Smith Duo Prize 2000 για τη μουσική δωματίου. Υπήρξε φιναλίστ στους διεθνείς διαγωνισμούς Parkhouse Award 2003 και Perrenoud Foundation International Music Competition 2010 ενώ έχει επανειλημμένα ηχογραφήσει για το 3ο Πρόγραμμα.  Έχει πραγματοποιήσει ρεσιτάλ και συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ελλάδα, την Αγγλία και την Ελβετία ενώ τακτικά προσκαλείται σε μουσικά φεστιβάλ (Σύμη, Πάτρα, Χίος, Λευκάδα, Σαμος) και δίνει συναυλίες για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Ως σολίστ έχει συμπράξει με την Hypérion Chamber Orchestra, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ε.Ρ.Τ, την Καμεράτα – Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής, τη Sinfonietta Αθηνων και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, το κουαρτέτο εγχόρδων της Α.Σ.Ο.Ν και το κουαρτέτο εγχόρδων Quattro Elementi και έχει πραγματοποιήσει εμφανίσεις σε σημαντικούς  συναυλιακούς   χώρους όπως το Regent’s Hall, το  Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Μουσείο Μπενάκη, τη Λυρική Σκηνή Αθηνών, το Ίδρυμα Θεοχαράκη, την Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», την αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου και την Ελληνοαμερικανική Ένωση. Έχει συνεργαστεί με μαέστρους όπως οι: Christopher Warren Green, Νίκος Χαλιάσας, Ανδρέας Πυλαρινός, Παναγιώτης Διαμαντής, Γιώργος Αραβίδης και Πέτρος Στυλιανού.

Από το 2003 διδάσκει στα Γυμνάσια και Λύκεια  των Αρσακείων  Σχολείων Ψυχικού ως καθηγήτρια μουσικής. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε την

Μαρία Ευστρατιάδου

H Μαρία Ευστρατιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών από όπου πήρε το δίπλωμά της με το πρώτο βραβείο και ειδική διάκριση. Συνέχισε τις σπουδές της στην «Hochschule für Musik, Theater und Medien» στο Ανόβερο της Γερμανίας, από όπου αποφοίτησε με άριστα και διάκριση επίσης. Έχει πτυχία αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας.

Έχει εμφανιστεί σε ατομικά ρεσιτάλ και συναυλίες μουσικής δωματίου στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ουγγαρία. Έχει ηχογραφήσει για την ελληνική, τη γερμανική και την ουγγρική ραδιοφωνία. Έχει εμφανιστεί ως σολίστ με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

Η δισκογραφική της δραστηριότητα περιλαμβάνει έργα J.S. Bach, C.Ph. E. Bach, W. A. Mozart και Γ. Ιωαννίδη. Οι ηχογραφήσεις της με όλες τις σονάτες για πιάνο και δύο κοντσέρτα (KV 271 και KV 453) για πιάνο και ορχήστρα του W.A.Mozart, σε συνεργασία με την Ορχήστρα Δωματίου της Μουσικής Εταιρείας Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Ιωαννίδη, τιμήθηκαν το Δεκέμβριο του 2010 από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Η Μαρία Ευστρατιάδη είναι καθηγήτρια πιάνου και μουσικής δωματίου στο Ωδείο Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε την

Ενκέλα Κοκολάνη

Ξεκίνησε τα πρώτα μαθήματα βιολιού σε ηλικία 6 ετών στο Μουσικό Σχολείο Αργυροκάστρου, για να συνεχίσει αργότερα με τη βιόλα. Το 1996 αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών Τιράνων, από την τάξη των καθηγητών Gjergj Pekmezi και Arben Llozi.

Το 1995 και το 1996 διετέλεσε μέλος της Ορχήστρας Νέων της Μεσογείου κατά τις θερινές περιόδους, με έδρα το Aix-en-Provence στη Γαλλία.

Από το Σεπτέμβριο του 1996 συμμετείχε ως έκτακτο μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ως Tutti μουσικός ενώ από το 2001 αποτελεί μόνιμο μέλος της στις βιόλες. Συνεργάστηκε και με άλλες ορχήστρες στην Ελλάδα, όπως η Ορχήστρα της Λυρικής Σκηνής και η Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, όπου διετέλεσε Κορυφαία Α’ στις βιόλες για ένα έτος. Έλαβε μέρος σε διάφορα σεμινάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με τους καθηγητές Bruno Pasquer, Rainer Moog, Grigori Zhislin.

Εμφανίστηκε ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και με την Intrarti, ερμηνεύοντας έργα όπως: Hoffmeister – κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα, Larson – κονστερτίνο για βιόλα και ορχήστρα εγχόρδων (πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα).

Συμμετείχε σε διάφορα σχήματα μουσικής δωματίου στην Ελλάδα, την Αυστρία και τη Γερμανία, όπως το Ensemble Modern, το Kyklos Ensemble, το Κουαρτέτω Εγχόρδων Intermezzo και άλλα. Έχει συμμετάσχει στα Φεστιβάλ Σύρου, Παξών και Nyiregyhaza Ουγγαρίας.

Την περίοδο από το 2007 έως το 2010 δίδαξε βιολί και βιόλα στο δημοτικο ωδείο Ζωγράφου και στη Σαντορίνη. Από το 2011 έως το 2013, αποσπώμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με καλλιτεχνική άδεια σπουδών, ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιου του Graz της Αυστρίας, στην τάξη του καθηγητή Christian Euler, και απέκτησε τον τίτλο σπουδών ‘Master of Arts’. Από το 2016 είναι Κορυφαία Β’ στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

Δημοσιεύθηκε την

Αγγελική Καθαρίου

Η Αγγελική Καθαρίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Μελέτησε πιάνο με τον Άρη Γαρουφαλή και στη συνέχεια με τη Ντόρα Μπακοπούλου, από την τάξη της οποίας πήρε δίπλωμα με άριστα παμψηφεί το 1993. Τραγούδι σπούδασε στο Ωδείο Athenaeum -Maria Callas (τάξη Μ. Κρίλοβιτς) απ’ όπου αποφοίτησε με  άριστα παμψηφεί και Βραβείο το 1993. Με υποτροφία του Ιδρύματος “Α.Σ. Ωνάσης” τελειοποίησε την τεχνική της Φωνής στην Ιταλία με τους Arrigo Pola, Ντίνο Εγκολφόπουλο, Dante Mazzola και Renata Scotto (Renata Scotto Opera Academy). Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Master of Arts in Music (Contemporary Studies, University of York).

Η Αγγελική Καθαρίου έχει συνεργασθεί με τα λυρικά θέατρα της Βόρειας Ιταλίας, το Teatro Comunale της Ferrara, το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, την Concertgebouw του Άμστερνταμ, την Κρατική Όπερα του Ρήνου, τη ν Εθνική Λυρική Σκηνή, Τhe Pharos Art Foundation (Λευκωσία, Κύπρος), Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, το Κρατικό Θέατρο του Στρασβούργου, το Konzerthaus του Freiburg, Μέγαρο Μουσικής της Μόσχας, Cité de la Musique (Paris), Lisner Auditorium (Washington DC), Fondation Royaumont, Culturgest Hall (Λισσαβόνα), York National Centre of Early Music, Ile-de-France Opéra et Ballet και με τα διεθνή Φεστιβάλ Αθηνών (Ωδείο Ηρώδου του Αττικού), Μασσαλίας, Βουδαπέστης, Roque d’ Anthéron.

Ως σολίστ έχει συμπράξει με τις ορχήστρες: Καμεράτα, Mahler Chamber Orchestra, Orchestre Philarmonique de Strasbourg, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Συμφωνική Ορχήστρα της Ε.Ρ.Τ, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, I Pomeriggi Musicali, Orchestre de Picardie, Ορχήστρα Νέων της Μεσογείου, Louisiana Sinfonietta, Manhattan Philharmonic, Grupo de Musica Contemporanea de Lisboa, υπό τη διεύθυνση των αρχιμουσικών: Claudio Abbado, Daniele Agiman, Pedro Amaral, Θόδωρου Αντωνίου, Stewart Bedford, Βύρωνα Φιδετζή, Roland Hayrabedian, Jan Latham-Koenig, Μίλτου Λογιάδη, Αλέξανδρου Μυράτ, Michel Plasson, Tiziano Severini, Jerôme Pillement, Βλαδίμηρου Συμεωνίδη, Roberto Tolomelli, Alberto Zedda.

Έχει βραβευθεί με το Premio Leoncavallo στο Locarno της Ελβετίας

Δημοσιεύθηκε την

Νίκος Αθηναίος

Μαέστρος, συνθέτης, πιανίστας

Γεννήθηκε στο Χαρτούμ του Σουδάν. Σπούδασε πιάνο, σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας στην Αθήνα, την Κολωνία και το Ντύσσελντορφ.

Έχει μακρόχρονη θητεία ως μαέστρος σε διάφορα σημαντικά Μουσικά Θέατρα (Όπερες) σε Γερμανία και Ελβετία. Από το 1990 ως το 2001 υπήρξε Γενικός Μουσικός Διευθυντής στην Φρανκφούρτη του Όντερ και μόνιμος μαέστρος της Κρατικής Ορχήστρας του Βραδεμβούργου με την οποία πραγματοποίησε περιοδείες σε ολόκληρη, σχεδόν, την Ευρώπη και συναυλίες στα σημαντικότερα μουσικά κέντρα (Βερολίνο, Βιέννη, Μόναχο, Παρίσι, Μόσχα, Άμστερνταμ κ.α.) και ηχογραφήσεις μίας μεγάλης σειράς CD αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές και βραβεία που καταξίωσαν τον ίδιο και την ορχήστρα διεθνώς.

Έχει διευθύνει επανειλημμένα πολλές σημαντικές ορχήστρες του εξωτερικού και όλες τις σημαντικές ελληνικές ορχήστρες.

Από το 2000 ως το 2010 υπήρξε ο πρώτος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης παρουσιάζοντας σημαντική καλλιτεχνική δραστηριότητα και έργο που αναβάθμισε το πολιτιστικό επίπεδο της πόλης.

Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Ωδείου Αθηνών και Καλλιτεχνικός Διευθυντής και μαέστρος της ορχήστρας «Ακαντέμικα Αθηνών».

Είναι Ιδρυτής. Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Αρχιμουσικός της ορχήστρας Collegium Musicum Αθηνών.